- οικονομείο(ν)
- το (Μ οἰκονομεῑον) [οικονόμος]το διαμέρισμα τής μονής στο οποίο φυλάσσονται τα ενδύματα και άλλα προσωπικά είδη τών μοναχών.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
Φωκάς, Δημήτριος — (Αθήνα 1886 – 1966). Έλληνας αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων ως σημαιοφόρος (1905) και πήρε μέρος ως ανθυποπλοίαρχος στους Βαλκανικούς πολέμους (1912 13) και από το 1917 ως υποπλοίαρχος στον A’… … Dictionary of Greek